Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Ε'


(Περί φασισμού Ε')
Είναι σαφές το φιλτράρισμα των σχέσεων από την ταξικότητα των κοινωνιών, το οποίο φιλτράρισμα περνά και από μονοπάτια τα οποία αλλοιώνουν αρχικές δομές, δημιουργώντας (κατά καιρούς) τα λεγόμενα “νέα τζάκια”. Από την άλλη, το ότι ο εξουσιασμός αφορά “ενεργητικά” τους “από πάνω”, λειτούργησε και λειτουργεί για κάποιους ως αφροδισιακό  και ως μαρτύριο για κάποιους άλλους, τοποθετώντας ακριβώς απέναντι απ' την αγνότητα της δεσποινίδας - κόρης του φεουδάρχη, την προδιαγεγραμμένα “μαγαρισμένη” κόρη του κολίγου (στην οποία ο φεουδάρχης είχε το περίφημο “δικαίωμα της παρθενιάς”). Κι όσο οι “από κάτω” αντιδρούσαν, τόσο σκληραίναν οι “από πάνω” - μέχρι που αρχικός καπιταλισμός, ερχόμενος και δρώντας τότε θετικά, αποκατέστησε κάποιες ισορροπίες, για να τις ανατρέψει πάλι, μετά την αλλαγή σκυτάλης η οποία έγινε στους πάνω τους ορόφους.
Έτσι, από μια τάση προς την ελευθερία, η ανθρωπότητα επέστρεψε ξανά στην ηθική. Κι από το πρόταγμα της ηθικής, στο ρατσισμό, στη δημιουργία υποκριτικών δομών, στην απομόνωση των διαφορετικοτήτων και φυσικά των αδυνάμων.
Οι σαδιστικοί τρόποι αντιμετωπίσεως των πιο αδύναμων παράγουν επιβεβαίωση της κυριαρχίας και ανωτερότητας των φασιστικών υποκειμένων. Τότε το “αίμα”  αποκτά, εκτός όλων των άλλων, και συμβολισμό αλλά και μνήμη - εξ ου το πρόταγμα της θυσίας (πραγματικής ή σκηνοθετημένης) από τους φασίστες. Στην πραγματικότητα το “κοινό αίμα” δεν συμβολίζει τίποτα διαφορετικό από αυτό που συμβολίζει και η έκφραση “δικός μας”, όταν αυτή ακούγεται από διάφορα κομματικά στελέχη:  σ' αυτή την περίπτωση η ελευθερία δεν λογίζεται και οι καταμερισμοί, μελλοντικά, βάφουνε αρκετές πλατείες και και στρατόπεδα συγκέντρωσης με αίμα “διαφορετικό”, με αίμα “άλλων”.
Ουσιαστικά ο φασισμός χρησιμοποιεί την ηθική, εντείνοντάς την, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο στους ακολούθους του (ζηλωτές) φραγμούς, αλλά και φανατίζοντάς τους. Αυτές οι διαδικασίες, συνήθως, παραβλέπονται απ' τους σχολιαστές (ειδικά τους σύγχρονους) - και η αντίπαλη πλευρά  (η φασιστική) το εκμεταλλεύεται και, από την “θέση” της θρησκευτικής αμαρτίας, περνά σε μια “θέση” τιμωρητικής διαπομπεύσεως των διαφορετικών, φροντίζοντας  να τους φορτώνει με το σύνολο των βαρών που κάνουνε να δυστυχούν τις κοινωνίες. Και μη “δικός μας” γίνεται ο Εβραίος, ο ομοφυλόφιλος, ο ανάπηρος, ο ασθενής, κτλ - βλέπουμε, δηλαδή, ότι ο φασίστας έχει ανάγκη από κάποιο ο οποίος βρίσκεται απέναντι και ο οποίος είναι διαφορετικός, μη έχοντας ο ίδιος (ο φασίστας) τη δυνατότητα να αυτο - καθορίζεται, παρουσιάζοντας Είναι το οποίο είναι ελλειμματικό  - όμως το Εγώ του είν' υπερμέγεθες και είν' αυτό που πρωταγωνιστεί σε τέτοιες περιπτώσεις.
Ο σχετισμός sex και ηθικής, κατά το παρελθόν και κατά τις προωθημένες χρήσεις της υπέρ - ηθικής από φασίστες έχει δημιουργήσει κατά καιρούς (λόγω των αντιφάσεων) και τραγικά ευτράπελα, όπως:  οι σοδομισμοί ομοφυλοφίλων από μέλη των εθνικοσοσιαλιστικών γερμανικών ταγμάτων εφόδου - τα οποία μάλιστα καμάρωναν για τις πράξεις τους αυτές, αγνοώντας (τραγικά) πως με αυτές τις πράξεις τους αυτές περνούσαν και εκείνοι το κατώφλι της ομοφυλοφιλίας. Δείγμα αυτό της άλογης  και χαοτικής ταυτότητας τους και την αδυναμία τους να σκεφτούν - πόσο πιο πολύ το να παράξουν σκέψη.
Βεβαίως σήμερα, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Η χειραφέτηση των γυναικών, η κοινωνία της πληροφορίας, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των λαών (ειδικά στη δύση), άλλαξαν κάπως τις ισορροπίες. Όμως, οι κρίσεις είν' εδώ και ο τζιχαδισμός δεν είναι απλώς ένα επακόλουθο αυτών - συνάμα είναι και απόδειξη της ύπαρξης διαφορών (ταξικών, θρησκευτικών, μορφωτικών και όχι μόνο)· και οι διαφορές δίνουν (όπως είδαμε πιο πάνω) στηρίγματα αναπτύξεως Υπέρ - Εγώ και Ψευτο - Είναι στους επερχόμενους φασίστες.
Μιλάμε, δηλαδή, ξανά για άμυνες των κοινωνιών (των διαμορφωμένους πουριτανικά κοινωνιών) στο άγνωστο που φέρνει το διαφορετικό, το νέο, ο έρωτας, το πάθος  (εντέλει:  η δημιουργία) και, βέβαια, αυτή η αμυντική διαδικασία  δεν είναι άλλο τίποτα παρά ατόφια τραγωδία.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Δ'

Περί φασισμού Δ'
Ο φασισμός λόγω της προστασίας που, υποτίθεται προσφέρει, είναι δομημένος παρτιαρχικά. Έτσι ο λαός ( ή μεγάλες του μερίδες ) ταυτίζονται με τον ηγέτη - πατέρα ( ή εθνάρχη ). Στην καλύτερη των περιπτώσεων έχουμε να κάνουμε με λαϊκιστικού τύπου ακολουθίες. Όταν όμως ο λαϊκισμός μετατρέπεται σε πλήρη φασισμό, τότε έχουμε να κάνουμε με τερατογεννήσεις.
Για λόγους προσηλυτισμού πιστών οι μαζικές δράσεις είναι σε ημερήσια διάταξη. Οι εορτασμοί τύπου:  “η μέρα της γυναίκας”, “η μέρα της μητέρας” κτλ, είναι εθνικοσοσιαλιστικής λογικής, έχουν μαζική μορφή και στην ουσία παγιώνουν τις διαφορετικότητες και τις τοποθετούν στη σκοτεινή μεριά των αδυνάτων. Διότι χωρίς την ύπαρξη αδυνάτων (έστω και ως φαντάσματα), ουδείς φασισμός μπορεί να λειτουργήσει.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του φασισμού είναι η χρησιμοποίηση ιδιοτύπως (και βεβαίως με κρατικό έλεγχο) του εθελοντισμού ( Μεταξάς - ομάδες εργασίας νέων· σημαντικότατη η μαρτυρία του Ζάχου Χατζηφωτίου), με την επίκληση της κοινής ωφέλειας (αντίφαση). Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια του υπέρ - υποκειμένου, να βγάλει από τα εξαρτημένα από αυτό υποκείμενα  τη λογική της ιδιοτέλειας (της δημιουργικής ιδιοτέλειας η οποία ίσως αποτελεί  και μοχλό εξέλιξης)  και να τοποθετήσει μέσα τους μια λογική σύμφωνα με την οποία προσφέρουν, συμμετέχοντας, σε ένα εντελώς αόριστο κοινό καλό · και το υπέρ - υποκείμενο να βρίσκεται πάντα από πάνω και να ελέγχει πατρικά (βλέπε:  “ γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;”).
Στην πραγματικότητα βέβαια, έχουμε να κάνουμε με αλλοτρίωση των υποκειμένων και με γραναζοποίηση αυτών ( και μάλιστα με ελάχιστο κόστος ). Επέκεινα βρίσκονται οι εργασιακές λογικές τύπου Σταχάνωφ, η υπέρ - πίστη των υποκειμένων στην πατροναρισμένη κρατικά ( ή και κομματικά) κοινωνική προσφορά (η κοινωνική προσφορά  είν' κάτι εντελώς διαφορετικό, είναι επιλογή προσωπική κάθε υποκειμένου, γίνεται σιωπηλά,  δε καθοδηγείται, δεν στρατιωτικοποιείται, δεν φορά στολή, ούτε και δέχεται παράσημα)  και οι ψευδαισθήσεις μιας ανόδου. Εντέλει, όμως, αυτά που βρίσκουνε κάθε φορά τα υποκείμενα είναι:  απογοήτευση (γιατί οι στόχοι σταθεροί αποκαλύπτεται ότι δεν υπάρχουν - αλλά διαμορφώνονται από την υπέρ - εξουσία)  και η τραγωδία.
Η επανάσταση υψηλής τεχνολογίας αποδυνάμωσε το  προλεταριάτο (βάζοντας τρικλοποδιά στον στείρο μαρξισμό), επαναφέροντας τον αστισμό ( νεο - αστισμό ) στο πρώτο πλάνο - και φυσικά, γιγάντωσε, εντός των κρίσεων των ημερών μας, τον νεο - μικρο - αστισμό. Οι νεο - μικρο - αστοί δε, είν' πιο εγωιστές διότι πρόκειται κυρίως για επιστήμονες (μικρο - επιστήμονες) - πτυχιούχους που πιστεύουν ότι είναι κάτι (σαφώς σχεδόν πάντα μεγαλύτερο από αυτό που είναι), και όχι έμποροι  ή μεταπράτες όπως κατά το παρελθόν. Φυσικά, η φασιστοποίηση αυτών ( κατά περίπτωση ) συνεχίζει να υφίσταται - εξ ου και το σημερινό τμήμα του φασισμού  που (λαϊκά) τα μέλη τους λέγονται: φασίστες με γραβάτες. Η δε άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των σημερινών φασιστών, ευνοεί πολύ την ανάπτυξη ολοκληρωτικού τύπου φασισμών και όχι φασισμών του “βλαχο – δεκανέα”.
Και πάλι έχουμε να κάνουμε με υποτιθέμενες ανωτερότητες και την ανάγκη κάποιων να αυτο - επιβεβαιώνονται ως ανώτεροι εις το διηνεκές:  για αυτούς η μοίρα είναι η κατάκτηση μεγάλων κορυφών και για τους άλλους είναι η ανυπαρξία (έτσι νομίζουν)... Έτσι λόγω των αντιφάσεων αυτών των επιθυμιών, η τραγωδία βρίσκεται εδώ και περιμένει. Και, αν το ψάξτε αρκετά, πίσω από κάθε τραγωδία, όλο και κάποιος φασίστας θα βρεθεί.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Γ'

(Περί φασισμού Γ')
Η ουσία του φασιστικού προβλήματος είναι η εξουσία που πηγάζει από την εισαγωγή του υποκειμένου σε μια ιεραρχία (πραγματικά και ψυχολογικά) και επέκεινα η κλιμακωτή άνοδος (μόνο η άνοδος) εντός αυτής. Δηλαδή η κυριαρχία του συγκεκριμένου υποκειμένου πάνω σε κάποιους, μία κυριαρχία που θα μεγαλώνει διαρκώς (ή στη χειρότερη περίπτωση θα συντηρείται), όντας αυτό (το υποκείμενο) δεμένο με τη θέση, αυταρχικά, κυρίαρχα, ψευτοηγετικά, ή έστω μη αδικημένα (σύμφωνα με την ατομικιστική του λογική).
Το γεγονός της σχετίσεως του φασισμού με μια ατελείωτη θέληση επιβολής προέρχεται από μια καταπίεση τύπου:  κατωτερότητας του Είναι και προσωπικής ατολμίας λόγω ηθικών αναστολών του ανερχόμενου φασίστα την οποία ο ίδιος δεν ξεπέρασε και δεν ξεπερνά ποτέ, σκεπάζοντας την με την θέληση για επιβολή, για ρόλους πρωταγωνιστικούς, για ακολουθία κάθετων αποφάσεων, για πραγματοποίηση απωθημένων και για βία.
Ταξικά ο φασίστας χαρακτηρίζεται:  α) ως ανερχόμενος ή ονειρευόμενος να φύγει απ' τον πάτο (πάντως έχει καταφέρει κάτι και το υπερασπίζεται - ή έτσι νομίζει), β) ως μετέχων στο κράτος ή ακολουθώντας το, πιστεύοντας ότι δια του κράτους επιτυγχάνεται η επιθυμητή από τον ίδιο καταστολή των απέναντί του, αλλά, και ότι δια του κράτους ο ίδιος θα αναπτυχθεί (και με την τυχοδιωκτική έννοια - βλέπε: Ρώσοι ολιγάρχες που υπήρξαν παλιότερα κρατικά στελέχη του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού), γ) ως μετέχων στη θρησκεία και ως δεμένος με την οικογένειά του, ακόμα και αν είναι άπιστος ή μοιχός (αδιαπραγμάτευτοι θεσμοί για τον φασίστα η θρησκεία και η οικογένεια), δ)  από τον φόβο του μην προλεταριοποιηθεί ή ως προλετάριος, από την επιθυμία του να βγει από αυτή την κάστα.
Έτσι ο φασίστας δένεται με τις επιθυμίες του, όπως ο ορειβάτης με τον κρίκο. Και βρίσκοντας τις ευκαιρίες δια κάποιας αγέλης, κυριαρχεί, κρατώντας μια θέση στην ιεραρχία, δημιουργώντας άρρηκτους δεσμούς μ' αυτή, καταπιέζοντας τους  “από κάτω” (σαδισμός). Έτσι ο δημόσιος υπάλληλος δένεται με το δημόσιο, ο ιδιωτικός υπάλληλος με τον εργοδότη και ο στρατιωτικός με το στρατό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι σχέσεις που αναπτύσσονται, είναι σχέσεις εξαρτήσεων (και μάλιστα κλιμακωτών). Σχετίζονται, εντέλει, δομές ταξικά διαφορετικές, αλλά και κοινωνικά και ιεραρχικά, με αποτελέσματα εντελώς παράδοξα (πχ:  οι αντιθέσεις μεταξύ δημοσιογράφων ιδιωτικών και κρατικών ΜΜΕ  που έχουν παρατηρηθεί στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό με αφορμές το “μαύρο” και την ανεργία. Είδαμε να γίνονται αυτοματικοποιήσεις και η κάθε μερίδα δημοσιογράφων -πλην λίγων εξαιρέσεων- να κατακρίνουν μόνο το “μαύρο” που τους αφορά και τη δική τους μόνο ανεργία, λες και οι συνάδελφοι την άλλης πλευράς δεν έχουν ακριβώς της ίδιας φύσης και υφής προβλήματα). Εκεί ακριβώς πεθαίνει αυτό (το για πολλούς ιδανικό) που λέγεται αλληλεγγύη - και ο εκβαβραρισμός είναι ήδη παρών.
Βία, ιδεολογία, θρησκεία, ψυχολογία, ηθική, είναι μέσα επιβολής και συντηρήσεως των καθεστώτων. Πραγματική επανάσταση είναι η διαδικασία που οδηγεί τα υποκείμενα στην έξοδο από την όποια συστημική (ακόμα και εσωτερική)  καταπίεση η οποία επάνω του υπάρχει. Ο φασισμός δεν έχει σχέση με την επανάσταση, καθώς δεν αποτελεί έξοδο, αλλά, αποτελεί διαδικασία αναδιανομής καταπιεστικών ρόλων, με υποδούλωση (στην πραγματικότητα) αυτών που τις καταλαμβάνουν - διότι ο φασισμός, πρώτα απ' όλα, είν' ανελευθερία και διάδοση αυτής.
Τι μας καταπιέζει; Ηθική, ντροπή, επιθυμίες ανεκπλήρωτες κτλ... Μεγάλες μερίδες ανθρώπων εκτονώνουν τις καταπιέσεις τους σε άλλα αντικείμενα: στις τέχνες (θετική πλευρά), στη μόδα (και στην κατανάλωση), στη θρησκεία, στο γήπεδο, στην απρόσωπη πλευρά του sex. Δυστυχώς τα αντικείμενα αυτά, εντέλει, υποκαθιστούν την πραγματικότητα, παρεμβαίνοντας παντού και διαμορφώνοντας το γίγνεσθαι. Έτσι η πολιτική ευτελίζεται  και περνά σε χέρια δομών προερχόμενων από τα υποκατάστατα (ποδοσφαιριστές, μοντέλα, ηθοποιοί της λούμπεν σκηνής κτλ), τα οποία χέρια αποκτούν την εξουσία Υποδουλωνόμαστε, δηλαδή, σε ασημαντότητες και δι' αυτών στα ένστικτά τους.
Τα πιο πάνω δίνουν κάποιες απαντήσεις στο ερώτημα:  Γιατί οι μαζικότητες επιτρέπουν να τις εξαπατά ο πρώτος τυχών τυχοδιώκτης;  - Και βέβαια, εκτός των προαναφερόμενων, υπάρχει και ο έρωτας (πολλές φορές με τρόπο σαδιστικό) με τον εξουσιασμό· κι αυτός ο έρωτας είν' απ' αυτούς που οδηγούν σε τραγωδίες.
Και, γιατί οι μάζες ακολουθούν; - Αμυντικές τάσεις, έμφυτες ορμές, ανάγκες, ανασφάλεια, πονηριά, προπαγάνδα, είναι κάποιοι από τους λόγους και αφορούν κυρίως μικροαστικές μερίδες. Έπειτα φτιάχνεται η αλυσίδα  η οποία (απούσας της κριτικής διαδικασίας) οδηγεί κατευθείαν τα υποκείμενα στην υπηρεσία του φασισμού: πρώτα ακολουθώ, μετά μετέχω και ύστερα δεσμεύομαι (ηθικά, ψυχολογικά, συμφεροντολογικά, εκβιαστικά) και υπακούω. Και υπακούω, μεταφέροντας κάποια από την καταπίεση που δέχομαι στους παρακάτω.
Το να βρίσκει ο κάθε φίρερ και να λέει στις μερίδες του λαού που τον ακούν, ακριβώς αυτά που κάθε μία απ' αυτές επιθυμεί ξεχωριστά, είναι μεγάλη τέχνη. Το πιο εύκολο γι' αυτόν είναι να απευθύνεται κυρίως στη μεσαία τάξη, διότι, η μεσαία τάξη για τους κάτω είναι προορισμός, για τους εντός της είναι το παρόν και για τους άνω είναι ένα μαξιλάρι ασφαλείας. Έτσι, κάθε που βλέπετε πολιτικούς να επικεντρώνονται σε αυτή και μόνο την τάξη, να υποπτεύεστε - στην καλύτερη των περιπτώσεων πρόκειται για λαϊκιστές  και στη χειρότερη για τέρατα που έχουν ήδη γεννηθεί.
Απ' εκεί και πέρα, υπάρχει ο εθνικισμός, μία ολοποιημένη μεριδοποίηση που ως έθνος περιέχει τα πάντα (βεβαίως σε μίξη):  άτομα, οικογένειες, φυλή, λαός κτλ :  σύνολα που κάποια από αυτά τέμνονται και κάποια άλλα αλληλοπεριέχονται, με ολοποιημένη (στο όνομα του έθνους) την όποια τους τιμή, το όποιο τους πεπρωμένο, την όποια (συνήθως κατασκευασμένη ή επισκευασμένη) θέση μέσα στην ιστορία. Ο εθνικισμός δε, είναι σπουδαίο εργαλείο, διότι, περνώντας από μέσα του η άμυνα και η αντιεπαναστατικότητα των κοινωνικών, κάνει αυτές να γίνονται πιο ισχυρές και ριζώνουνε πιο εύκολα στις συνειδήσεις.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η πορεία προς τον φασισμό (και ύστερα η πορεία εντός του), εξαρτάται από την διαχείριση της ψυχολογίας των μαζών (των μερίδων τους). Η ξένωση δε της πολιτικής απ' την ανάλυση και την κριτική, στην πραγματικότητα την κάνει να ακολουθεί ως υπηρέτης την κάθε απόλυτη (στην πορεία φασιστική) ηγεσία, ουσιαστικά, τακτοποιώντας επιθυμίες ή τάζοντας, έχοντας διαχωριστεί ως οντότητα (η πολιτική) από την πολιτικο - φιλοσοφική ουσία. Επεκεινα: το “εδώ και τώρα” και το χάος.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ